Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας σειράς άρθρων που εξετάζουν θέματα στρατηγικής στο κίνημα της αποανάπτυξης. Τα άρθρα γράφτηκαν την περίοδο 2019-2020 από μέλη της κοινότητας της αποανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στο degrowth.info. Ολόκληρη η συλλογή των άρθρων είναι διαθέσιμη εδώ.
Σε προηγούμενο κείμενο στο blog, ο Joe Herbert και οι συνεργάτες του επισήμαναν ότι το ερώτημα «πώς προχωράμε προς μια κοινωνία αποανάπτυξης;» λείπει από τον λόγο (discourse) της αποανάπτυξης. Καθώς έχω κι εγώ έρθει αντιμέτωπος με το ζήτημα του «πώς φτάνουμε εκεί» στο ταπεινό εγχείρημά μου διασύνδεσης της άμεσης δημοκρατίας και της αποανάπτυξης (βλ. Zografos, 2015), θα ήθελα να συνεισφέρω κάποιες σκέψεις για την επέκταση του διαλόγου που ξεκίνησαν αυτοί οι συνάδελφοι.
Από τη μεριά μου, εξακολουθώ να αναρωτιέμαι και να θέτω το ερώτημα στους μαθητές μου για το κατά πόσο η άμεση δημοκρατία είναι το καλύτερο πολιτικό μέσο για την πορεία προς έναν ριζοσπαστικό κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό, όπως είναι αυτός της αποανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, μάλλον με ενδιαφέρουν λιγότερο οι «στρατηγικές» και περισσότερο το εμπειρικό ζήτημα του πώς επιτεύχθηκαν παλαιότερες ριζικές κοινωνικο-οικολογικές μεταβολές.
Όμως πιστεύω ότι οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα συνδέονται στενά με το πρόγραμμα σκιαγράφησης στρατηγικών πολιτικής δράσης για αποαναπτυξιακούς μετασχηματισμούς. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν τρείς προκλήσεις που σχετίζονται με το ζήτημα του «πώς»: πρώτον, η πρόκληση σε επίπεδο θεωρίας δεύτερον, αυτή που σχετίζεται με την ιστορία και την ιστορική εμπειρία και τέλος, η πρόκληση της πραγμάτωσης. Θα ήθελα να εστιάσω εδώ σε αυτές τις προκλήσεις.
Επιλέγοντας από πού θα μάθουμε
Η θεωρητική πρόκληση σχετίζεται με το ερώτημα του πώς επιλέγουμε τη γνώση που αφορά την αποανάπτυξη μέσα σε ένα ευρύ φάσμα βιβλιογραφίας που αποβλέπει άμεσα ή έμμεσα σε ριζοσπαστικούς μετασχηματισμούς. Είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα επειδή διαφορετικά πεδία γνώσης μελετούν διαφορετικές πλευρές ή τομείς μετασχηματισμών.
Για παράδειγμα, η κοινωνική ανθρωπολογία μας μιλάει για πολιτισμικές μεταβολές κάποιοι κλάδοι της πολιτειολογίας φωτίζουν τις οργανωτικές μεταβολές ή τις αλλαγές στην οικονομία οι μελετητές της πολιτικής οικονομίας και μερικοί ιστορικοί οικονομολόγοι κοιτούν επίσης τους μετασχηματισμούς στην οικονομία, εστιάζοντας όμως στις σχέσεις παραγωγής και χρησιμοποιώντας διαφορετική ματιά (π.χ. ο μαρξισμός) από αυτή των πολιτειολόγων κάποιοι κλάδοι της ψυχολογίας και των κριτικών σπουδών του marketing μιλάνε για μεταβολές στην καταναλωτική συμπεριφορά, και η λίστα συνεχίζεται.
Οι πιο διαθεματικοί τομείς φαίνεται να είναι πολλά υποσχόμενοι, δεδομένου ότι η αποανάπτυξη απαιτεί μετασχηματισμούς σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης εμπειρίας (π.χ. υλική δράση, κοινωνικό φαντασιακό κ.λπ.) και της αλληλεπίδρασης (π.χ. συλλογική οργάνωση, σχέση με τη φύση κ.λπ.).
Η περιβαλλοντική ιστορία για παράδειγμα, με την πιο συνθετική προσέγγιση στη μελέτη της περιβαλλοντικής αλλαγής, εστιάζοντας στο πώς η ανθρώπινη δράση επιφέρει αλλαγές στο περιβάλλον, καθώς και στο πώς η ίδια η φύση επιδρά στις ανθρώπινες σχέσεις (βλ. McNeill 2010, White 2011), μας βοηθάει να κατανοήσουμε πώς ένα πλήθος παραγόντων συμβάλλει στην παραγωγή σημαντικών και αλληλένδετων πολιτικών ή οικολογικών αλλαγών.
Βρίσκουμε επίσης και εγχειρήματα που εμπνέονται από διεπιστημονικότητα. Σε ένα πρόσφατο άρθρο με τους James Vandeventer και Claudio Cattaneo (2019), δανειζόμαστε έννοιες και εργαλεία από το διεπιστημονικό πεδίο των σπουδών μετάβασης (transition studies) για να εξετάσουμε μετασχηματισμούς αποανάπτυξης σε ακαδημαϊκό επίπεδο.
Άλλοι συνάδελφοι έχουν καταγράψει τις καίριες και διαγώνιες ακαδημαϊκές συζητήσεις και προσεγγίσεις, που αφορούν τον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό και που επηρεάζουν σημαντικές εκθέσεις (reports) πολιτικής δράσης, συμπεριλαμβάνοντας και την αποανάπτυξη ως ένα από αυτά τα πεδία συζήτησης (Brand and Wissen 2017).
Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι η πρόκληση του να επιλέξουμε την κατάλληλη βιβλιογραφία προς διερεύνηση από ένα ευρύ φάσμα επιστημών και πεδίων, όχι μόνο παραμένει, αλλά οδηγεί και σε μια άλλη πρόκληση που αφορά το πώς να επιλέξουμε, από τα είδη μετασχηματισμών που έχουν μελετηθεί στη βιβλιογραφία, αυτά που προσφέρουν την κατάλληλη γνώση που χρειάζεται μία στρατηγική ριζοσπαστικού κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού.
Με άλλα λόγια, ποιες από τις παρελθοντικές εμπειρίες μετασχηματισμών παρουσιάζουν «ομοιότητες» με τις αλλαγές που χρειάζεται η αποανάπτυξη, στο βαθμό που να μπορούμε να πάρουμε διδάγματα από αυτές.
Δεδομένης της έκτασης των αλλαγών που προτάσσει η αποανάπτυξη, δύο πιθανά παραδείγματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν η Νεολιθική Επανάσταση που σήμανε τη μετάβαση από την κοινωνία τροφοσυλλεκτών κυνηγών, και τις κοινωνικο-οικολογικές σχέσεις που είχαν, στις σταθερά εγκατεστημένες κοινωνίες και τις αγροτικές κοινωνικο-οικολογικές σχέσεις καθώς και η εμφάνιση του καπιταλισμού, ο οποίος προκάλεσε ριζικές κοινωνικο-οικολογικές μεταβολές σε παγκόσμια κλίμακα, τόσο στο καπιταλιστικό κέντρο όσο και στις περιφέρειές του.
Η μελέτη αυτών των μετασχηματισμών θα μας βοηθούσε να μάθουμε περισσότερα τόσο για τα είδη αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις υλικές, θεσμικές, κοινωνικο-πολιτισμικές σφαίρες και αυτές της πολιτικής οικονομίας, που παράγουν ριζικές αλλαγές στις κοινωνικο-οικολογικές σχέσεις, όσο και για τη φύση, τις αλληλεπιδράσεις, τις δυνατότητες και τα όρια των στρατηγικών που προωθούνται από τους φορείς αυτών των αλλαγών.
Ως προς αυτό, η πιο διεπιστημονική ανάλυση, όπως αυτή που προσφέρει η παγκόσμια οικολογία (για τον καπιταλισμό) (Moore, 2003) και το πιο πρόσφατο βιβλίο του James C. Scott (2017) για τη Νεολιθική Επανάσταση, φαίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη.
Αλλά αν μέναμε μόνο σε αυτά τα παραδείγματα, η πρόκληση θα ήταν να δούμε πώς θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από φαινόμενα που μετέβαλαν τις κοινωνικο-οικολογικές σχέσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που επιδιώκει η αποανάπτυξη –στον βαθμό που ενισχύουν τον κοινωνικό μεταβολισμό– και από κοινωνίες με διαφορετικές υλικές συνθήκες από τις σημερινές.
Ίσως το επόμενο βήμα θα ήταν να αναπτύξουμε συγκεκριμένα κριτήρια επιλογής της κατάλληλης βιβλιογραφίας και των περιπτώσεων παλαιότερων μετασχηματισμών που θα μας βοηθούσαν να σκεφτούμε τις μετασχηματιστικές στρατηγικές για την αποανάπτυξη σήμερα.
Τι πυροδοτεί τον μετασχηματισμό;
Αυτό συνδέεται με μια δεύτερη πρόκληση, που άπτεται της ιστορικής διαδικασίας. Όπως δείχνει η περίπτωση της Νεολιθικής Επανάστασης και η εμφάνιση του καπιταλιστικού παραδείγματος, μια συνήθης πρακτική στην εύρεση πολιτικών στρατηγικών μετασχηματισμού αποτελεί η αναζήτηση της ιστορικής εμπειρίας.
Για την εξήγηση των πολιτικών συνεπειών, όπως για παράδειγμα η επιτυχία μιας επανάστασης ή η αλλαγή ενός πολιτικού καθεστώτος, οι ιστορικοί τείνουν να διαχωρίζουν τους αναγκαίους από τους ενδεχομενικούς παράγοντες. Οι αναγκαίοι παράγοντες περιλαμβάνουν μακροπρόθεσμες αλλαγές και εξελίξεις, όπως οι αλλαγές στην κοινωνική δομή, τις πολιτικές πρακτικές και ιδέες, ή τις υλικές συνθήκες και σχέσεις (Anderson 2007).
Για παράδειγμα, σύμφωνα με την ιστορικό Linda Colley (2018), όποτε αναζητάμε κάτι αυθεντικό στο παρελθόν, συνειδητοποιούμε ότι οι κοσμοϊστορικές αλλαγές έχουν γίνει σταδιακά. Όμως η Colley επίσης μας υπενθυμίζει ότι αν κοιτάξουμε τι έχει πυροδοτήσει μετασχηματισμούς στο παρελθόν – π.χ. οι ενδεχομενικοί παράγοντες – διαπιστώνουμε ότι είναι οι ασθένειες, οι αλλαγές στο κλίμα, τα τεχνολογικά άλματα, οι οικονομικές κρίσεις και οι σημαντικές αλλαγές σε αντιλήψεις και ιδεολογίες, μαζί με τον πόλεμο – ίσως τον πιο παράδοξο και συχνό κινητήριο παράγοντα σύμφωνα με την Colley.
Νομίζω ότι είναι αρκετά εμφανές το τι είδους απαντήσεις προτείνουν αυτές οι θέσεις στο «πώς» της αποανάπτυξης, και συγκεκριμένα στο είδος των πολιτικών στρατηγικών που απαιτούν οι αποαναπτυξιακοί μετασχηματισμοί.
Επιπλέον, και όσον αφορά την ενδεχομενικότητα, οι ιστορικοί επίσης υπενθυμίζουν ότι τόσο ατυχήματα όσο και ένα σύνολο παραγόντων που θα ονομάζαμε «αστοχίες της ελεύθερης βούλησης» –όπως είναι οι ανεπιθύμητες συνέπειες, οι λάθος υπολογισμοί, οι λάθος κρίσεις και οι αστοχίες– έχουν αποδειχθεί κομβικοί πυροδοτητές μετασχηματισμών και πρωτοφανών πολιτικών αλλαγών.
Αυτό το σημείο αρκεί για να μας υπενθυμίζει ότι η υπερβολική έμφαση στις προθέσεις, στην έλλογη δράση και στους σχεδιασμένους μετασχηματισμούς μπορεί να είναι παραπλανητική. Αντ’ αυτού, οι οπαδοί της αποανάπτυξης καλό θα ήταν να σχεδιάζουν στρατηγικές μετασχηματισμών που είτε αφήνουν χώρο για την ανάδειξη των ενδεχομενικοτήτων είτε χτίζουν πάνω σε υποθέσεις διαφορετικών πολιτικών ενδεχομενικοτήτων.
Ίσως θα έπρεπε να αναζητούν επίσης τη διέγερση ευρύτερων μετασχηματιστικών δράσεων μέσω του αισθήματος, της κοινωνικοποίησης και της ενσώματης πράξης, όπως μας υπενθυμίζουν οι φεμινιστικές μελέτες (Nelson, 2013).
Η πρόκληση εδώ έγκειται στο να αποφευχθεί η καταφυγή στην οπορτουνιστική πολιτική δράση και τον λαϊκισμό προκειμένου να πείσουμε για την αξία του προγράμματός μας, όπως έχουν δείξει πρόσφατες έρευνες για την ενσωμάτωση των συναισθημάτων στην πολιτική δράση.
Απολογισμός
Τέλος, θα ήθελα να κλείσω με αυτό που αντιλαμβάνομαι ως την πρακτική πρόκληση που θέτει το ερώτημα του «πώς» στην αποανάπτυξη: Πώς συνυπολογίζουμε όλες αυτές τις πληροφορίες;
Σίγουρα, και όπως επισημαίνεται από τον Herbert και τους συνεργάτες του, ένα είδος συστηματοποίησης αυτής της γνώσης και της σχέσης της με την αποανάπτυξη είναι επιθυμητή. Αλλά πώς θα κάνουμε χρήση αυτής της γνώσης αποφεύγοντας τον πειρασμό να φτιάξουμε συνταγές για μετασχηματισμούς αποανάπτυξης;
Ένας τρόπος αντιμετώπισης αυτής της πρόκλησης είναι η χρήση της γνώσης για τη διάνοιξη πιθανών δρόμων αποαναπτυξιακού μετασχηματισμού, που θα μπορούσαν μετά να παρουσιαστούν εκεί που ακτιβιστές, μελετητές, καλλιτέχνες, κοινωνικοί δρώντες και άλλοι ενδιαφερόμενοι για την αποανάπτυξη θα μπορούν συλλογικά να στοχαστούν και να συζητήσουν την καταλληλότητα αυτών των διαδρομών στη χάραξη στρατηγικής.
Το πιο προφανές μέρος για τη διεξαγωγή τέτοιων συναντήσεων είναι τα διεθνή συνέδρια αποανάπτυξης, που σταθερά προσφέρουν μια ευκαιρία συνεχούς επικαιροποίησης της γνώσης σε ζητήματα στρατηγικής.
Όμως, πάνω απ’ όλα, όταν μιλάμε για απολογισμό παλαιότερης γνώσης, είναι σημαντική η διατήρηση της κριτικής σκέψης στην προσπάθεια να μάθουμε από «το παρελθόν».
Στη εξιστόρηση της Παρισινής Κομμούνας του 1871, η Kristin Ross (2015) βεβαιώνει ότι το παρελθόν δεν μας διδάσκει αντίθετα, η Ross πιστεύει ότι υπάρχουν στιγμές που ένα δεδομένο ιστορικό γεγονός εισβάλλει σε αυτό που ονομάζει «μορφοπλαστικότητα του παρόντος» (the figurability of the present).
Υποθέτοντας ότι το παρόν μπορεί να λάβει ένα κάποιο σχήμα, π.χ. κάτι «μορφοπλαστικό», η Ross ισχυρίζεται ότι οι γνώσεις για την Κομμούνα μπορεί να μας εμπνεύσουν να σκεφτούμε τη δυνατότητα (π.χ. πιθανότητες, εναλλακτικές) του παρόντος να λάβει άλλες πιο θεμιτές μορφές.
Αυτό αντιλαμβάνομαι για την αποανάπτυξη ως έναν πραγματικά δημιουργικό και δυναμικό τρόπο μάθησης από παλιούς και νέους μετασχηματισμούς.
Παραπομπές
Anderson, A., 1995. The civil wars 1640-9. Hodder & Stoughton.
Brand, U. and Wissen, M., 2016. Social‐Ecological Transformation. International Encyclopedia of Geography: People, the Earth, Environment and Technology: People, the Earth, Environment and Technology, pp.1-9.
Colley, L. 2018. Can History Help? London Review of Books Vol. 40 No. 6, pp.12-16.
McNeill, J.R., 2010. Mosquito empires: ecology and war in the Greater Caribbean, 1620-1914. Cambridge University Press.
Scott, J.C., 2017. Against the grain: a deep history of the earliest states. Yale University Press.
Ross, K., 2015. Communal luxury: The political imaginary of the Paris Commune. Verso Books.
Vandeventer, J.S., Cattaneo, C. and Zografos, C., 2019. A Degrowth Transition: Pathways for the Degrowth Niche to Replace the Capitalist-Growth Regime. Ecological Economics, 156, pp.272-286.
White, S., 2011. The climate of rebellion in the early modern Ottoman Empire. Cambridge University Press.
Zografos, C. 2015. Démocratie directe [Direct Democracy]. In: D’Alisa, G. Demaria, F., Kallis, G. Décroissance. Vocabulaire pour une nouvelle ère [Degrowth. Vocabulary for a new era]. Neuvy-en-Champagne: Éditions le passager clandestine, pp.187-194.
Αυτό το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στα αγγλικά στις 07-02-2019 εδώ.